Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Αλβανοί ήρθαν και φεύγουν

image
Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, υποψήφιος ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ



«Αλβανοί χορεύοντες σκέπτονται να στρέψουν προς νέες διευθύνσεις τις ενέργειές τους, εις τρόπον ώστε τα παιδιά να μην καταλάβουν τίποτες από τις πικρίες και τας απογοητεύσεις της ζωής. Να μην καταλάβουν τίποτες πριν από τον καιρό τους.»
Νίκος Εγγονόπουλος, «Μην Ομιλείτε εις τον Οδηγόν», 1938
Καταγράφω εδώ μια εμπειρία από τον τελευταίο καιρό που περιοδεύω σε όλη την Ελλάδα ως υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ για την ευρωβουλή σε σχέση με ένα κρίσιμο κοινωνικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στον επαναπατρισμό μιας κρίσιμης μάζας Αλβανών μεταναστών.
Η μόνη μεταναστευτική ομάδα που η κρίση την έχει χτυπήσει περισσότερο από τους γηγενείς Έλληνες είναι οι Αλβανοί. Βέβαια, οι Αλβανοί λόγω της χρονικής εγγύτητας με την ένδεια είναι πιο μαθημένοι στα δύσκολα, σε σχέση με τους Έλληνες, πάντα. Αντέχουν μεν παραπάνω, όπως όλοι οι μετανάστες, διότι είναι πιο ολιγαρκείς, αλλά από την άλλη υποφέρουν πολλαπλά. Αυτό εξηγείται από δύο λόγους. Ο πρώτος, και πιο ειδικός, αφορά το ότι μια κρίσιμη μάζα Αλβανών μεταναστών -συγκριτικά μεγαλύτερη από ό,τι στις άλλες μεταναστευτικές ομάδες- παραδοσιακά απασχολήθηκε στον τομέα των κατασκευών, που σήμερα θνήσκει. Ο δεύτερος λόγος είναι γενικός και παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα δεν είναι τόσο ευδιάκριτος: από όλες τις μεταναστευτικές ομάδες, οι Αλβανοί παρουσίασαν εξαρχής τις πιο θετικές επιδόσεις ενσωμάτωσης στην ελληνική κοινωνία, τόσο στο χώρο της ταξικής κινητικότητας όσο και της πολιτισμικής-γλωσσικής ένταξης. Κι αυτό είναι που τους κοστίζει τώρα περισσότερο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ομάδα που, ως τέτοια, έκανε τα πιο θεαματικά βήματα ανόδου στην ιεραρχία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είναι και η πιο έκθετη στην ανεργία και την κρίση. Πλέον, τόσο η πρώτη γενιά των καθαυτό μεταναστών, όσο και η δεύτερη γενιά, των παιδιών που γεννήθηκαν εδώ, άρχισαν να βάζουν ψηλά τον πήχη των προσδοκιών τους, σίγουρα πολύ ψηλότερα από όταν πρωτοήρθαν στην Ελλάδα. Η κρίση, που ουσιαστικά ξεπαστρεύει τη μεσαία τάξη γενικά, κάνει το ίδιο και με ένα μεγάλο κομμάτι των μεταναστών: εκείνους που όπως-όπως κατάφεραν και αναρριχήθηκαν περισσότερο. Αυτό ήταν και το ποιοτικά πιο κρίσιμο γεγονός που οδήγησε σε μια ξέφρενη -ενίοτε βουλιμική- πορεία ένταξης στην ελληνική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα εκείνο που οδήγησε αυτό τον πληθυσμό στη συγκριτικά πιο επώδυνη έκθεση στον αποκλεισμό και την επαναφορά στη φτώχεια, την οποία θεώρησε ότι είχε αφήσει στο παρελθόν.
Η νέα αυτή βιοτική συνθήκη ανέτρεψε δραστικά το πρόγραμμα ζωής ενός πολύ σημαντικού τμήματος αλβανικών οικογενειών που έχουν μεταναστεύσει στην Ελλάδα καθώς -για να το πω λίγο πιο απλά- είχαν αρχίσει κάπως να καλομαθαίνουν. Από στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών προκύπτει ότι η ανεργία των Αλβανών στην Ελλάδα ανέρχεται πλέον στο 40%, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την παραμονή τους στη χώρα, είτε στα αστικά κέντρα είτε στην ύπαιθρο. Η γεωγραφική γειτνίαση και η δυνατότητα μιας μεταβατικής παραμονής στο ένα ή στο άλλο κράτος με εποχική απασχόληση έχουν οδηγήσει στη δημιουργία ενός μεγάλου ρεύματος αλβανικής παλιννόστησης. Μία μετά την άλλη αλβανικές οικογένειας εγκαταλείπουν την Ελλάδα, επιστρέφοντας στα χωριά τους όπου πλέον ζουν. Η απόσταση είναι περίπου όση και για τα ελληνικά χωριά στα οποία όλο και κάποιοι Αθηναίοι γυρνάνε. Η αλβανική παλιννόστηση έχει, εκτός των οικονομικών συνεπειών, πολύ σημαντικές δημογραφικές και κοινωνικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Ως γνωστόν, σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού αυτού, με την εγκατάστασή του, είτε σε σχεδόν εγκαταλειμμένα σημεία της ελληνικής υπαίθρου είτε σε παρακμάζουσες πόλεις, συνέβαλλε σημαντικά στην ηλικιακή αναζωογόνηση, τη λειτουργία σχολείων, καφενείων, μπακάλικων κ.ο.κ.
Αυτά πλέον φθίνουν. Ένα τμήμα από το πιο ενταγμένο κομμάτι των μεταναστών που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα φεύγει. Και πληρώνει, βαρύ, το τίμημα της ενσωμάτωσής του και την εγγύτητα με την πατρίδα του. Αλβανοί γονείς φεύγουν, νιώθοντας μετανάστες για δεύτερη φορά στην πατρίδα τους, ενώ τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ αντιμετωπίζουν το φευγιό σαν τον απόλυτο εφιάλτη. Για τα παιδιά αυτά, Αλβανία σημαίνει ελάχιστα.
Οι Έλληνες αμήχανοι παρακολουθούν Αλβανούς να φεύγουν, όπως αμήχανοι τους παρακολουθούσαν να έρχονται στις αρχές της δεκαετίας του 90. Έτσι είναι η ζωή. Αδιάγνωστη… Μετά από κάμποσα χρόνια, εκεί που νομίζεις ότι ο ξένος «έδεσε» σε ένα αρχικά εχθρικό περιβάλλον και αρχίζεις να τον συνηθίζεις, ξαναβρίσκεται ξέμπαρκος σε ένα περιβάλλον που, παρά τις πολλές δυσκολίες, τον οικειοποιήθηκε. Και ο ντόπιος βλέπει στο νέο φευγιό του ξένου, το δυσοίωνο μέλλον της δικής του αποδημίας.
Οι προλετάριοι, ναι, «δεν έχουν πατρίδα», αλλά αποκτούν κιόλας. Και τη χάνουν, επίσης.